Οι ένορκες βεβαιώσεις στα πολιτικά δικαστήρια μετά το Ν. 4335/2015 – B΄ μέρος

Γράφει ο

ΣΙΜΟΣ ΣΑΜΑΡΑΣ

Τα βασικά χαρακτηριστικά και ερμηνευτικά προβλήματα σχετικά με τις ένορκες βεβαιώσεις στα πολιτικά δικαστήρια μετά το Ν. 4335/2015. Β΄ μέρος: αριθμός των ενόρκων βεβαιώσεων, αρμόδια αρχή για τη λήψη τους, προθεσμία & περιεχόμενο κλήσης.

Τελευταία ενημέρωση με διορθώσεις-προσθήκες: 7.3.2016

Με το Ν. 4335/2015 ο νομοθέτης περιόρισε την προφορική διαδικασία στο ακροατήριο. Για να επιτύχει αυτό, επεξέτεινε την προαπόδειξη στις εμμάρτυρες καταθέσεις, που, με τη σειρά τους, λαμβάνονται εκτός ακροατηρίου, με τη μορφή ενόρκων βεβαιώσεων. Στο πρώτο μέρος του άρθρου περιγράφηκαν η έννοια, τα χαρακτηριστικά, η αποδεικτική χρησιμότητα των ενόρκων βεβαιώσεων. Στο παρόν, δεύτερο μέρος αναλύονται από τις επιμέρους ρυθμίσεις όσες αφορούν τον αριθμό και τα διαδικαστικά ζητήματα εκτός του περιεχομένου τους. Στο επόμενο, τρίτο μέρος αναλύεται η αίτηση για τη λήψη ένορκης βεβαίωσης και το περιεχόμενο της τελευταίας, καθώς και το ζήτημα της υποχρεωτικής ή μη παράστασης δικηγόρου. Στο τέταρτο και τελευταίο μέρος θα εξεταστούν οι συνέπειες παράβασης των διατάξεων και οι συνέπειες του νέου νομοθετικού καθεστώτος.

Αρμοδιότητα

Η ένορκη βεβαίωση λαμβάνεται ενώπιον ορισμένων δημόσιων αρχών, ήτοι, κατά ΚΠολΔ 421 «ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα». Λειτουργικά αρμόδιες δημόσιες αρχές είναι αποκλειστικώς ο ειρηνοδίκης, ο συμβολαιογράφος και ο πρόξενος. Τοπικά αρμόδιες είναι οι ορισμένες αρχές της έδρας του δικαστηρίου, που, ως εκείνο στο οποίο προσάγεται το αποδεικτικό μέσο, είναι αυτό στο οποίο εκκρεμεί η δίκη στην οποία προσάγεται η ένορκη βεβαίωση, της κατοικίας ή διαμονής του μάρτυρα. Η κατοικία για την οποία γίνεται λόγος δεν διαφοροποιείται από εκείνη των ΚΠολΔ 22 & 23, οπότε πρέπει να ταυτιστεί με αυτές και, με τη σειρά της, με το ΑΚ 51, δηλ. είναι ο μοναδικός «τόπος της κύριας και μόνιμης εγκατάστασης» με τη θέληση αυτού που το διαθέτει, πλην των επαγγελματιών, όπου είναι ο τόπος άσκησης του επαγγέλματος (ΚΠολΔ 23 § 2).

Η διαμονή εμφανίζεται περισσότερο προβληματική. Υπαγωγή της περιστασιακής διαμονής στο κανονιστικό εύρος της έννοιας θα αναιρούσε την οριοθέτηση της αρμοδιότητας, αφού αυτή θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί οπουδήποτε λόγω της παρουσίας του μάρτυρα. Αναγκαία, λοιπόν, η έννοια της διαμονής διαθέτει στενότερο περιεχόμενο, που συμπίπτει με εκείνο στα ΚΠολΔ 23 § 1 & 38 και αντιστοιχεί με το ΑΚ 53, δηλ. τον τόπο της διαρκούς μη μόνιμης εγκατάστασης. Αν και η διατύπωση του ΚΠολΔ 421 δεν καθιερώνει επικουρικότητα, η εννοιολογική ταύτιση της διαμονής με τα ΚΠολΔ 23 § 1, 38 & ΑΚ 53 επιβάλλει την ενεργοποίηση της τοπικής αρμοδιότητας της διαμονής κατά σειρά, πρώτον για το πρόσωπα διαμονής μακρότερης διάρκειας του ΚΠολΔ 38, όπου η μακρότερη διαμονή υποκαθιστά ουσιαστικά την κατοικία κι έπειτα για τα πρόσωπα άνευ ή άγνωστης κατοικίας του ΚΠολΔ 23 § 1. Οι συνέπειες της παραβίασης της τοπικής αρμοδιότητας εξετάζονται στο τέλος.

Προηγούμενη κλήση και λειτουργία της

Η ένορκη βεβαίωση δεν αρκεί να λαμβάνεται ενώπιον της ορισμένης δημόσιας αρχής, αλλά πρέπει ο ή οι αντίδικοι να κλητεύονται σχετικά (ΚΠολΔ 422 § 1), κάτι που πέρα από την προαναφερθείσα διάταξη απορρέει από το δικαίωμα των διαδίκων να παρίστανται σε κάθε διαδικαστική πράξη, δικαίωμα που κατοχυρώνεται στα ΚΠολΔ 112 & 114 § 1. Η κλήτευση, ως πτυχή του δικαιώματος άμυνας, αφορά, όμως, μόνο τους αντιδίκους, καθώς οι ομόδικοι δεν νομιμοποιούνται ως μη έχοντες έννομο συμφέρον (ΚΠολΔ 68), τη δε γνώση τους εξασφαλίζει το κοινό των αποδεικτικών μέσων (ΚΠολΔ 346).

Τα προϊσχ. ΚΠολΔ 270 § 2 εδ. γ΄, 650 § 1 in f. & 671 § 1 in f. ανέφεραν «κλήτευση», ενώ το ΚΠολΔ 421 «κλήση». Επειδή ο σκοπός της γνωστοποίησης παραμένει ο ίδιος, δεν δικαιολογείται απόκλιση στα μέσα ικανοποίησής του, αφού ο νόμος δεν λαμβάνει ρητή θέση ούτε αναφύεται πρόσθετη αναγκαιότητα. Η επιδιδόμενη κλήση, ως μέσο γνωστοποίησης, δεν υπόκειται σε ορισμένο τύπο, εφόσον πληροί τις ελάχιστες κατά νόμο προϋποθέσεις. Για το λόγο αυτό, η κλήση δεν είναι αναγκαίο να περιλαμβάνεται σε αυτοτελή, εξώδικη γνωστοποίηση, αλλά μπορεί να περιλαμβάνεται σε κάθε επιδιδόμενο έγγραφο στον αντίδικο, όπως, μεταξύ άλλων, η κλήτευση επί του αντιγράφου της αγωγής (228 & 237 § 1 περ. β΄), με το δικόγραφο της παρέμβασης (ΚΠολΔ 81), της ανταγωγής (ΚΠολΔ 268 § 4), των πρόσθετων λόγων ανακοπής (ΚΠολΔ 585 § 2 εδ. β΄).

Περιεχόμενο της κλήσης

ΠΡΟΣΘΗΚΗ

Στο περιεχόμενο της κλήσης σε ένορκη βεβαίωση πρέπει να διακρίνουμε αυτό που είναι κοινό με κάθε άλλο δικόγραφο κι εκείνο που είναι ιδιαίτερο στο συγκεκριμένο. Το περιεχόμενο που είναι κοινό με κάθε άλλο δικόγραφο καθορίζεται στα ΚΠολΔ 118 & 119 § 1, ενώ το ιδιαίτερο περιεχόμενο καθορίζεται στο ΚΠολΔ 422. Η εφαρμογή των προϋποθέσεων της κλήσης εμφανίζεται στο αντίστοιχο υπόδειγμα.

Κοινό περιεχόμενο

Σύμφωνα με το ΚΠολΔ 118:

«Τα δικόγραφα που επιδίδονται από ένα διάδικο σε άλλον ή υποβάλλονται στο δικαστήριο πρέπει να αναφέρουν:

1) το δικαστήριο ή τον δικαστή, ενώπιον του οποίου διεξάγεται η δίκη ή η διαδικαστική πράξη,

2) το είδος του δικογράφου,

3) το όνομα, το επώνυμο, το πατρώνυμο, την κατοικία και τη διεύθυνση όλων των διαδίκων και των νόμιμων αντιπροσώπων τους, καθώς και τον αριθμό φορολογικού μητρώου του διαδίκου που επιδίδει ή υποβάλλει το δικόγραφο και αν πρόκειται για νομικά πρόσωπα, την επωνυμία, τη διεύθυνση της έδρας τους, καθώς και τον αριθμό του φορολογικού μητρώου τους,

4) το αντικείμενο του δικογράφου, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο και

5) τη χρονολογία και την υπογραφή του διαδίκου ή του νομίμου αντιπροσώπου ή του δικαστικού πληρεξουσίου του και, όταν είναι υποχρεωτική η παράσταση με δικηγόρο, την υπογραφή του δικηγόρου.»

Η κλήση σε ένορκη βεβαίωση αποτελεί δικόγραφο διότι ενσωματώνει διαδικαστική πράξη, καθώς τα έννομα αποτελέσματα αυτής επέρχονται στο πεδίο της πολιτικής δικονομίας. το ελάχιστο περιεχόμενο του δικογράφου, όπως τυποποιείται στο ΚΠολΔ 118, σκοπό έχει την επαρκή πληροφόρηση αφενός του αρμόδιου δικαστηρίου για το αντικείμενο της πράξης, ώστε να μπορεί να εκφραστεί δικανική κρίση, αφετέρου του αντιδίκου, όπου υπάρχει, για να μπορεί να αμυνθεί σχετικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων τη διενέργειά της. Για το λόγο αυτό αφενός η απαρίθμηση δεν είναι εξαντλητική και συμπληρώνεται κατά περίπτωση από άλλες διατάξεις (βλ. ιδίως ΚΠολΔ 119, 216, 217, 467, 473, 505, 520, 547, 566, 585 § 2, 688, 933 § 1, 935) και αναλογικά κατά το σκοπό της, αφετέρου δεν είναι τυπική, υπό την έννοια ότι εσφαλμένες ή ελλιπείς αναφορές δεν παραβλάπτουν το κύρος της πράξης, εφόσον από αυτήν ή συνοδευτικές πράξεις συνάγεται το αντικείμενο της – έτσι η προϋπόθεση του ΚΠολΔ 118 αριθ. 4 αποκτά καίρια σημασία – κι εκείνοι προς τους οποίους απευθύνεται ή αφορά.

Εφαρμόζοντας τα παραπάνω στο πλαίσιο της κλήσης σε ένορκη βεβαίωση, αυτή θα πρέπει να αναφέρει τα ακόλουθα:

α) Το δικαστήριο διεξαγωγής της διαδικαστικής πράξης, δηλ. τον ειρηνοδίκη ενώπιον του οποίου θα ληφθεί αυτή (ΚΠολΔ 118 αριθ. 1) και κατ’ αναγκαία αναλογία αυτού με βάση το σκοπό της ρύθμισης το συμβολαιογράφο. Η αναφορά δεν απαιτείται να γίνεται ονομαστικά, αφενός γιατί κρίσιμη είναι η ύπαρξη της ιδιότητας κι όχι το συγκεκριμένο πρόσωπο, αφετέρου ενόψει της αναφοράς του τόπου και χρόνου λήψης της ένορκης βεβαίωσης, για τον οποίο γίνεται λόγος παρακάτω.

β)Το είδος του δικογράφου (ΚΠολΔ 118 αριθ. 2), όταν η κλήση γίνεται αυτοτελώς, διότι, όταν ενσωματώνεται σε άλλο δικόγραφο αυτό παρέλκει λόγω του χαρακτηρισμού του τελευταίου, όπως έγινε ήδη λόγος παραπάνω. Ως προς το χαρακτηρισμό στην αυτοτελή κλήση, τούτος δεν είναι τυποποιημένος, π.χ. «Εξώδικη γνωστοποίηση με πρόσκληση σε ένορκη βεβαίωση», «Κλήση σε ένορκη βεβαίωση» ή απλώς «Κλήση» είναι χαρακτηρισμοί που ικανοποιούν την προϋπόθεση του νόμου.

γ) Για την εξατομίκευση του διαδίκου ισχύουν τα γνωστά για κάθε δικόγραφο, που αναφέρει η διάταξη, με την επισήμανση ότι πλέον είναι αναγκαία η προσθήκη του αριθμού φορολογικού μητρώου (Α.Φ.Μ.). Μετά την τροποποίηση του ΚΠολΔ 188 με το άρθ. πρώτο § 2 του άρθ. 1 Ν. 4335/2015 η γενική ρύθμιση του ΚΠολΔ 118 αριθ. 3 ταυτίζεται με εκείνη του ΚΠολΔ 119 § 1 εδ. α΄, που πλέον περιττεύει[1]. Το σημείο που χρήζει προσοχής είναι ότι η μνεία του Α.Φ.Μ. αφορά καταρχήν μόνο τον καλούντα κι όχι τον αντίδικο. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι ο προς ον η κλήση εξατομικεύται επαρκώς και χωρίς αυτόν και ότι ο καλών δεν έχει την υποχρέωση να γνωρίζει τον Α.Φ.Μ. του αντιδίκου του, εφόσον δεν του έχει ήδη γνωστοποιηθεί, γιατί, ως στοιχείο, δεν είναι κατά βάση δημοσίως προσιτό. Εξάλλου, η συλλογιστική της διάταξης έγκειται στη γνωστοποίηση του Α.Φ.Μ. κάθε μέρους προς το άλλο (πρβλ. ΚΠολΔ 119 § 1) και ως τέτοια δικαιολογεί τη μη αναγραφή του Α.Φ.Μ. του αντιδίκου.

δ) Αναφορικά με το περιεχόμενο, αυτό ορίζεται ειδικά στο ΚΠολΔ 422, που αναπτύσσεται παρακάτω. Προστίθεται μόνο η αναγκαιότητα της παραγγελίας επίδοσης επί αυτοτελούς κλήσης, διότι επί κλήσης που περιέχεται σε άλλο επιδιδόμενο δικόγραφο η παραγγελία θα περιέχεται για την επίδοση αυτού.

ε) Χρονολογία και υπογραφή. Τονίζεται ότι ο τόπος σύνταξης της πράξης, στοιχείο σύνηθες στην πρακτική, δεν είναι αναγκαίο στοιχείο του δικογράφου και, συνεπώς, η παράλειψη ή εσφαλμένη αναγραφή του ελλείψει σχετικής πρόβλεψης δεν προκαλεί απαράδεκτο ή ακυρότητα. Όταν η κλήση υπογράφεται από δικηγόρο, αρκεί η θέση της σφραγίδας του, η οποία περιέχει τα ονοματικά του στοιχεία και τη διεύθυνση της επαγγελματικής του κατοικίας. Επειδή η αναγραφή της διεύθυνσης του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου απαιτείται μόνο στα συγκεκριμένα δικόγραφα του ΚΠολΔ 119 § 1, χάριν της ηλεκτρονικής κατάθεσης δικογράφων (ΚΠολΔ 119 § 4) και γνωστοποίησης της δικασίμου στην τακτική διαδικασία (ΚΠολΔ 239 § 4 εδ. στ΄), η μνεία της στην κλήση της ένορκης βεβαίωσης δεν είναι καν αναγκαία και, φυσικά, η παράλειψη της αναγραφής της δεν είναι προκαλέσει απαράδεκτο ή ακυρότητα. Το ζήτημα του υποχρεωτικού ή μη της παράστασης δικηγόρου αναπτύσσεται στο επόμενο μέρος.

Ιδιαίτερο περιεχόμενο

Εκεί που επέρχονται σημαντικές αλλαγές είναι στο περιεχόμενο της κλήτευσης. Εδώ αφενός εισάγονται πάγιες ερμηνευτικές λύσεις, αφετέρου λαμβάνεται απόσταση από ορισμένες. Κατά το ΚΠολΔ 422 η «κλήση» αναφέρει τουλάχιστον:

α) «την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί». Αυτά, χωρίς να αναφέρονται ρητά στο προϊσχύσαν δίκαιο, γινόταν δεκτό ότι πρέπει να αναφέρονται ως αναγκαία λογικά στοιχεία και με βάση τα γενικώς ισχύοντα για τις διαδικαστικές πράξεις (πρβλ. ΚΠολΔ 357, προϊσχ. ΚΠολΔ 229).

β) Ακόμα πρέπει να αναφέρεται «το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα». Το πατρώνυμο δεν απαιτείται από τη διάταξη, όπως δεν απαιτείται και από το ΚΠολΔ 407 που προφανώς αποτέλεσε το πρότυπό της, πρέπει, όμως, να θεωρηθεί αναγκαίο κατ’ αναλογία του ΚΠολΔ 117 § 1 περ. β΄ ενόψει του συχνού στην πράξη φαινομένου συγγενών που κατοικούν στην ίδια διεύθυνση κι ασκούν το ίδιο επάγγελμα. Με βάση τις προϊσχύσασες διατάξεις η εξατομίκευση του μάρτυρα δεν απαιτούνταν. Πλέον αυτό εισάγεται ρητά ενόψει της ρητής κατοχύρωσης της εναντίωσης στην εξέταση που, ως αμυντικό δικαίωμα, προϋποθέτει σχετική γνώσει. Έχει υποστηριχθεί εσχάτως ότι η γνωστοποίηση της διεύθυνσης κατοικίας του μάρτυρα τον καθιστά προκαταβολικά ευάλωτο σε πιέσεις κι, ως εκ τούτου, δεν δικαιολογείται η αναγραφή της. Ωστόσο, η αναγραφή της διεύθυνσης προβλεπόταν ήδη στις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις της διοικητικής δικονομίας (ΚΔΔ 185 § 2) εδώ και πάνω από 15 χρόνια, κατά τα οποία δεν έχει δημοσιοποιηθεί κατάχρηση της σχετικής εξουσίας καταρρίπτοντας το σχετικό ενδοιασμό.

Αριθμός ενόρκων βεβαιώσεων και προθεσμία κλήσης

ΠΡΟΣΘΗΚΗ

Ο αριθμός των ενόρκων βεβαιώσεων αυξάνεται και συγκεκριμενοποιείται. Από «τρεις για κάθε πλευρά» που όριζε τοι προϊσχ. ΚΠολΔ. 270 § 2 εδ. γ΄, ορισμός που ως αναφερόμενος στο σύνολο των ομοδίκων ήγειρε ζήτημα ισότητα των καθ’ έκαστον διαδίκων, αυξάνεται πλέον σε «πέντε (5) για κάθε διάδικο» (ΚΠολΔ 422 § 3). Ο αριθμός των ενόρκων βεβαιώσεων για την αντίκρουση ορίζεται σε τρεις ανά διάδικο (ΚΠολΔ 422 § 3) από τρεις ανά πλευρά (προϊσχ. ΚΠολΔ 270 § 2 εδ. δ΄).

Η ελάχιστη προθεσμία κλήτευσης εμφανίζει διακυμάνσεις. Στο προϊσχύσαν δίκαιο η προθεσμία διέφερε αναλόγως της διαδικασίας και του αν η βεβαίωση θα δινόταν στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό· στην τακτική διαδικασία, κι όπου αλλού εφαρμοζόταν η ίδια διάταξη, οριζόταν προθεσμία μακρότερη των ειδικών διαδικασιών κυμαινόμενη αναλόγως του τόπου λήψης (προϊσχ ΚΠολΔ 270 § 2 εδ. γ΄: 2 εργάσιμες στη λήψη στην Ελλάδα, 8 ημερολογιακές ημέρες στο εξωτερικό), ενώ στις ειδικές διαδικασίες αυτή ήταν ενιαία (προϊσχ. ΚΠολΔ 650 § 1 in f. & 671 § 1 in f.: 24 ώρες). Πλέον η προθεσμία ορίζεται ενιαία για όλες τις διαδικασίες κι αδιακρίτως του τρόπου λήψης και είναι για την κοινοποίηση της κλήσης αυτή που ίσχυε στην τακτική διαδικασία για τις ένορκες βεβαιώσεις που λαμβάνονταν στο εσωτερικό: «δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση» (ΚΠολΔ 422 § 1).

Ο νόμος κάνει λόγο για επίδοση «δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση». Με την ημέρα της επίδοσης να μην υπολογίζεται (ΚΠολΔ 144 § 1) και τη συμπλήρωση των ημερών να γίνεται «πριν από την βεβαίωση», που σημαίνει ότι η ημέρα της βεβαίωσης δεν υπολογίζεται, η διατύπωση σημαίνει, με άλλα λόγια, τη μεσολάβηση δύο εργάσιμων ημερών μεταξύ της ημέρας επίδοσης και της ημέρας λήψης της ένορκης βεβαίωσης, η οποία, όπως γίνεταιδεκτό, δεν μπορεί να ταυτίζεται με εκείνη της δικασίμου. Υπενθυμίζεται ότι οι προθεσμίες υπολογίζονται κατά ΚΠολΔ 144 § 1 πάντοτε προς τα εμπρός («από την επομένη», ΚΠολΔ 144 § 1), ανεξαρτήτως αν ο νόμος αναφέρεται σε αυτές με αναφορά στο παρελθόν («πριν») ή στο μέλλον («μετά», «εντός … από»). Έτσι για την εύτ. Καθώς, πέραν της παραδοσιακής αργίας της Κυριακής και το Σάββατο αναγνωρίζεται πλέον ως αργία (ΚΠολΔ 144 § 3), αίροντας τη νομολογιακή διάσταση κατά πόσον κριτήριο της αργίας είναι η τήρησή της από τα δικαστήρια ή τους ιδιώτες, στη συνήθη εργάσιμη εβδομάδα των 5 ημερών, δηλ. χωρίς άλλες αργίες, ισχύουν τα ακόλουθα για τις ημέρες κοινοποίησης κλήσης προς ένορκη βεβαίωση και λήψης της.

Ημέρα κοινοποίησης κλήσης Ημέρα λήψης της ένορκης βεβαίωσης
Δευτέρα Πέμπτη της ίδιας εβδομάδας
Τρίτη Παρασκευή          »
Τετάρτη Δευτέρα της επόμενης εβδομάδας
Πέμπτη Τρίτη                    »
Παρασκευή Τετάρτη                »

Εφαρμογή όσων αναφέρθηκαν μπορεί να δει κανείς στο υπόδειγμα εξώδικης κλήσης σε ένορκη βεβαίωση.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Ο πλεονασμός αυτός δεν είναι η μόνη άστοχη ρύθμιση στον τροποποιημένο ΚΠολΔ.

Advertisements

2 σκέψεις σχετικά με το “Οι ένορκες βεβαιώσεις στα πολιτικά δικαστήρια μετά το Ν. 4335/2015 – B΄ μέρος”

Τα σχόλια έχουν κλείσει.